Δεν αγαπάμε όλοι με τον ίδιο τρόπο

0
35

«Δεν μου δείχνεις ότι με αγαπάς.»

Είναι μια φράση που μπορεί να πληγώσει πολύ μέσα σε μια σχέση. Ιδιαίτερα όταν ο άνθρωπος που την ακούει αισθάνεται ότι κάνει ακριβώς αυτό: ότι αγαπά, φροντίζει, προσπαθεί και βρίσκεται εκεί.

«Μα τι εννοείς; Εγώ κάνω τόσα πράγματα για εμάς.»

Και κάπως έτσι μπορεί να ξεκινήσει μια συζήτηση στην οποία, παραδόξως, δύο άνθρωποι προσπαθούν να αποδείξουν ο ένας στον άλλον ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει αρκετή αγάπη ανάμεσά τους.

Μόνο που μερικές φορές το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ποσότητα της αγάπης.

Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο την αναγνωρίζουμε.

Για κάποιον, αγάπη μπορεί να σημαίνει να ακούσει «μου έλειψες» ή «σ’ αγαπώ». Για κάποιον άλλον, να βρει το αυτοκίνητό του στο συνεργείο επειδή ο σύντροφός του θυμήθηκε ότι έπρεπε να το πάει. Ένας άνθρωπος μπορεί να νιώθει κοντά στον άλλον όταν μιλούν για ώρες, ενώ κάποιος διαφορετικός αισθάνεται ότι εκφράζει τη φροντίδα του όταν αναλαμβάνει πρακτικά πράγματα για να κάνει τη ζωή του συντρόφου του λίγο ευκολότερη.

Όλα αυτά μπορούν να είναι τρόποι αγάπης.

Το ενδιαφέρον είναι ότι συνήθως μαθαίνουμε να δίνουμε αγάπη πολύ πριν αναρωτηθούμε συνειδητά πώς την εκφράζουμε.

Μεγαλώνουμε μέσα σε οικογένειες όπου η τρυφερότητα έχει τη δική της γλώσσα. Σε κάποια σπίτια οι άνθρωποι αγκαλιάζονται, φιλιούνται και λένε εύκολα ότι αγαπιούνται. Σε άλλα, τα συναισθήματα σπάνια εκφράζονται με λόγια, αλλά κάποιος θα φροντίσει να μη σου λείψει τίποτα. Υπάρχουν οικογένειες όπου το ενδιαφέρον φαίνεται μέσα από τη συνεχή παρουσία και άλλες όπου η αγάπη συνδέεται περισσότερο με τον σεβασμό στην αυτονομία.

Χωρίς να το καταλαβαίνουμε, παίρνουμε μαζί μας κάτι από αυτή τη γλώσσα στις ενήλικες σχέσεις μας.

Έτσι, ένας άνθρωπος που μεγάλωσε με πολλή λεκτική τρυφερότητα μπορεί να δυσκολεύεται όταν ο σύντροφός του σπάνια εκφράζει όσα αισθάνεται. Εκείνος, από την πλευρά του, μπορεί να θεωρεί την αγάπη του αυτονόητη: είναι παρών, φροντίζει, στηρίζει, επιστρέφει κάθε μέρα σε αυτή τη σχέση. Δεν αντιλαμβάνεται πάντα γιατί χρειάζεται να λέει κάτι που, στα δικά του μάτια, αποδεικνύει καθημερινά.

Το αντίστροφο μπορεί να συμβεί εξίσου εύκολα. Κάποιος ακούει συχνά όμορφα λόγια, αλλά μέσα του αναρωτιέται: «Ωραία όλα αυτά, όμως όταν σε χρειάζομαι πού είσαι;».

Κανείς από τους δύο δεν προσποιείται απαραίτητα.

Απλώς ο καθένας αναγνωρίζει ευκολότερα την αγάπη στη μορφή που έχει μάθει να περιμένει.

Αυτό εξηγεί και κάτι που συναντάμε συχνά στις μακροχρόνιες σχέσεις: ο ένας αισθάνεται ότι προσφέρει συνεχώς και ο άλλος αισθάνεται ότι δεν παίρνει σχεδόν τίποτα. Ο πρώτος μπορεί να αρχίσει να νιώθει αδικημένος – «ό,τι κι αν κάνω δεν είναι αρκετό» – ενώ ο δεύτερος αισθάνεται όλο και περισσότερο παραμελημένος.

Αν μείνουμε μόνο στο ποιος έχει δίκιο, η συζήτηση συνήθως δεν οδηγεί πολύ μακριά.

Περισσότερο βοηθά να αναρωτηθούμε τι σημαίνει για τον καθένα μας «νιώθω ότι με αγαπούν».

Η απάντηση δεν είναι πάντοτε τόσο προφανής όσο νομίζουμε. Μπορεί να ανακαλύψουμε ότι αυτό που μας λείπει περισσότερο είναι η σωματική τρυφερότητα, ο χρόνος χωρίς περισπασμούς, η λεκτική επιβεβαίωση, το ενδιαφέρον για όσα μας απασχολούν ή η αίσθηση ότι ο άλλος θα σταθεί δίπλα μας έμπρακτα όταν τον χρειαστούμε.

Το ίδιο σημαντικό είναι να προσπαθήσουμε να δούμε και τι κάνει ήδη ο σύντροφός μας.

Υπάρχει μια λεπτή διαφορά ανάμεσα στο «δεν με αγαπάς όπως χρειάζομαι» και στο «δεν με αγαπάς». Η πρώτη φράση ανοίγει μια συζήτηση. Η δεύτερη μπορεί να ακυρώσει όσα ο άλλος θεωρεί ότι προσφέρει όλα αυτά τα χρόνια.

Βέβαια, το να κατανοήσουμε τον τρόπο του άλλου δεν σημαίνει ότι πρέπει απλώς να αρκεστούμε σε αυτόν. Μια σχέση χρειάζεται και προσαρμογή. Αν γνωρίζω ότι για τον άνθρωπό μου είναι σημαντικό να ακούει μερικές φορές αυτό που αισθάνομαι, μπορώ να προσπαθήσω να το εκφράζω περισσότερο, ακόμη κι αν δεν μου βγαίνει αυθόρμητα. Αν ξέρω ότι νιώθει φροντίδα περισσότερο μέσα από τις πράξεις, μπορώ να αναζητήσω τρόπους να του τη δείξω και έτσι.

Αυτό δεν είναι προσποίηση.

Είναι η προσπάθεια να μη μιλάμε μόνο τη δική μας συναισθηματική γλώσσα και να περιμένουμε από τον άλλον να τη μεταφράζει διαρκώς.

Παράλληλα, έχει αξία να διευρύνουμε και τη δική μας ικανότητα να αναγνωρίζουμε την αγάπη. Να παρατηρούμε τις μικρές κινήσεις που ίσως έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ, ώστε έχουν γίνει αόρατες. Το μήνυμα στη μέση της ημέρας, το φαγητό που κάποιος θυμήθηκε ότι μας αρέσει, την υπομονή με την οποία μας άκουσε ενώ ήταν κουρασμένος, ένα χέρι που ακούμπησε για λίγο στον ώμο μας καθώς περνούσε από δίπλα.

Σε μια σχέση χρόνων η αγάπη σπάνια εμφανίζεται μόνο στις μεγάλες δηλώσεις.

Σκορπίζεται μέσα στην καθημερινότητα και, επειδή ακριβώς είναι καθημερινή, μπορεί εύκολα να περάσει απαρατήρητη.

Ίσως λοιπόν αξίζει, πριν αποφασίσουμε ότι ο άνθρωπός μας δεν μας αγαπά αρκετά, να κοιτάξουμε λίγο πιο προσεκτικά πώς έχει μάθει να μας αγαπά.

Και ύστερα να του μιλήσουμε για το πώς έχουμε ανάγκη να αγαπηθούμε εμείς.

Γιατί δύο άνθρωποι μπορούν να αισθάνονται βαθιά πράγματα ο ένας για τον άλλον και παρ’ όλα αυτά να χάνονται κάποιες φορές στη μετάφραση.

Η συντροφικότητα μεγαλώνει όταν, με τον καιρό, αρχίζουμε να μαθαίνουμε τη γλώσσα του άλλου χωρίς να ξεχνάμε τη δική μας.

Γράφει ο Ψυχολόγος – Σύμβουλος Γάμου Γιάννης Ξηντάρας