Γιατί δυσκολευόμαστε τόσο να αλλάξουμε γνώμη;

0
87

Γράφει ο Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής Γιάννης Ξηντάρας

Υπάρχουν φορές που μέσα σε μια συζήτηση αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι ο άλλος μπορεί και να έχει δίκιο.

Το επιχείρημά του είναι λογικό, κάτι που είχαμε θεωρήσει δεδομένο αρχίζει να κλονίζεται και για μια στιγμή περνά από το μυαλό μας η σκέψη ότι ίσως χρειάζεται να ξαναδούμε τα πράγματα. Παρ’ όλα αυτά, αντί να πούμε «ξέρεις κάτι, μπορεί να έκανα λάθος», συνεχίζουμε να υπερασπιζόμαστε τη θέση μας.

Βρίσκουμε ένα ακόμη επιχείρημα, θυμόμαστε μια εξαίρεση, μετακινούμε λίγο τη συζήτηση. Σαν να έχει γίνει ξαφνικά πιο σημαντικό να μη χάσουμε τη θέση μας παρά να καταλάβουμε τι πραγματικά πιστεύουμε.

Γιατί είναι μερικές φορές τόσο δύσκολο να αλλάξουμε γνώμη;

Θα μπορούσαμε εύκολα να απαντήσουμε ότι φταίει ο εγωισμός. Σίγουρα υπάρχει κι αυτός. Η εικόνα όμως είναι λίγο πιο σύνθετη, γιατί οι απόψεις μας δεν είναι απλώς σκέψεις που κατοικούν για λίγο στο μυαλό μας. Με τον καιρό κάποιες από αυτές συνδέονται με την ιστορία μας, με τις επιλογές που έχουμε κάνει, με τους ανθρώπους στους οποίους ανήκουμε και τελικά με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Άλλο είναι να αλλάζω γνώμη για ένα εστιατόριο και άλλο για έναν τρόπο ζωής που υπερασπίζομαι εδώ και είκοσι χρόνια.

Στη δεύτερη περίπτωση, η αναθεώρηση μπορεί να φέρει μαζί της πολύ περισσότερα ερωτήματα. Αν τώρα βλέπω διαφορετικά τα πράγματα, τι σημαίνει αυτό για όσα έλεγα τόσα χρόνια; Τι γίνεται με τις αποφάσεις που πήρα στηριζόμενος σε αυτή την πεποίθηση; Τι θα σκεφτούν οι άνθρωποι στους οποίους την υποστήριζα με τόση βεβαιότητα;

Μερικές φορές η αλλαγή γνώμης μοιάζει σαν μια μικρή ομολογία ήττας.

Ιδιαίτερα όταν η συζήτηση έχει πάρει τη μορφή αντιπαράθεσης. Από τη στιγμή που ο ένας βρίσκεται απέναντι στον άλλον και κάθε πλευρά προσπαθεί να αποδείξει ότι έχει δίκιο, γίνεται όλο και δυσκολότερο να μετακινηθεί κάποιος χωρίς να αισθανθεί ότι «έχασε».

Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στους καβγάδες των σχέσεων. Μπορεί κάποια στιγμή να συνειδητοποιήσουμε ότι υπερβάλαμε ή ότι δεν καταλάβαμε σωστά τι εννοούσε ο άλλος, όμως έχουμε ήδη θυμώσει, έχουμε μιλήσει έντονα και έχουμε υπερασπιστεί τη θέση μας για αρκετή ώρα. Η απλή φράση «ναι, τώρα που το λες, το βλέπω διαφορετικά» απαιτεί εκείνη τη στιγμή περισσότερη εσωτερική ασφάλεια απ’ όσο φανταζόμαστε.

Υπάρχει όμως και ένας ακόμη λόγος που μας δυσκολεύει να αναθεωρήσουμε: έχουμε την τάση να προσέχουμε περισσότερο τις πληροφορίες που συμφωνούν με όσα ήδη πιστεύουμε.

Αν έχω πειστεί ότι ένας άνθρωπος είναι αδιάφορος, θα παρατηρήσω ευκολότερα τις φορές που δεν με πήρε τηλέφωνο και μπορεί να προσπεράσω τις στιγμές που προσπάθησε να είναι κοντά μου. Αν θεωρώ ότι δεν είμαι καλός σε κάτι, κάθε αποτυχία θα μοιάζει με επιβεβαίωση, ενώ οι επιτυχίες μπορεί να αποδίδονται στην τύχη. Κάπως έτσι, χωρίς να το κάνουμε συνειδητά, χτίζουμε γύρω από ορισμένες πεποιθήσεις ένα ολόκληρο σύστημα αποδείξεων που τις κρατά στη θέση τους.

Αυτός είναι και ένας λόγος που δύο άνθρωποι μπορούν να κοιτάζουν την ίδια πραγματικότητα και να αισθάνονται απολύτως βέβαιοι ότι βλέπουν κάτι διαφορετικό.

Η βεβαιότητα, άλλωστε, είναι ανακουφιστική.

Μας προσφέρει την αίσθηση ότι γνωρίζουμε πού πατάμε. Το «ξέρω» έχει μια σταθερότητα που το «δεν είμαι πια τόσο σίγουρος» δεν μπορεί να προσφέρει. Η αμφιβολία ανοίγει χώρο, και ο ανοιχτός χώρος δεν είναι πάντοτε άνετος. Χρειάζεται να μείνουμε για λίγο χωρίς μια καθαρή απάντηση και να επιτρέψουμε σε κάτι καινούργιο να διαμορφωθεί.

Ίσως γι’ αυτό η ψυχική ευελιξία δεν φαίνεται τόσο στο πόσες απόψεις έχουμε, όσο στο πόσο ελεύθεροι αισθανόμαστε να τις ξανακοιτάξουμε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να αμφιβάλλουμε διαρκώς για τα πάντα. Υπάρχουν αξίες, πεποιθήσεις και επιλογές που έχουν δοκιμαστεί μέσα στον χρόνο και αποτελούν σταθερά σημεία της ζωής μας. Ούτε κάθε διαφωνία είναι λόγος να εγκαταλείψουμε όσα πιστεύουμε.

Έχει όμως ενδιαφέρον να μπορούμε να ακούμε χωρίς να προετοιμάζουμε ταυτόχρονα την απάντησή μας.

Να αναρωτιόμαστε κάποιες φορές «κι αν υπάρχει εδώ κάτι που δεν έχω δει;». Να αφήνουμε μια διαφορετική άποψη να σταθεί για λίγο δίπλα στη δική μας πριν αποφασίσουμε ότι πρέπει να την απορρίψουμε. Και όταν κάτι μας πείσει, να μπορούμε να μετακινηθούμε χωρίς να αισθανόμαστε ότι αυτή η μετακίνηση αφαιρεί κάτι από την αξία μας.

Γιατί το «έκανα λάθος» δεν ακυρώνει όσα γνωρίζουμε.

Δείχνει ότι μπορούμε να μάθουμε κάτι που χθες δεν γνωρίζαμε.

Ίσως μάλιστα όσο μεγαλώνουμε να γίνεται όλο και πιο σημαντικό να διατηρούμε αυτή τη δυνατότητα. Οι εμπειρίες αλλάζουν, οι άνθρωποι γύρω μας αλλάζουν, εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε ακριβώς εκείνοι που ήμασταν πριν από δέκα ή είκοσι χρόνια. Θα ήταν παράξενο να περιμένουμε ότι όλες οι απόψεις που σχηματίσαμε κάποτε θα παραμένουν αναλλοίωτες.

Υπάρχει μια ιδιαίτερη ελευθερία στο να μπορούμε να πούμε «τότε το έβλεπα έτσι, σήμερα το βλέπω διαφορετικά».

Δεν χρειάζεται να απολογηθούμε για κάθε προηγούμενη εκδοχή του εαυτού μας. Εκείνος ο άνθρωπος σκεφτόταν με όσα γνώριζε, είχε ζήσει όσα είχε ζήσει και προσπαθούσε να καταλάβει τον κόσμο από το σημείο στο οποίο βρισκόταν.

Σήμερα μπορεί να βρισκόμαστε λίγο πιο πέρα.

Και ίσως το να αλλάζουμε γνώμη κάποιες φορές να μην είναι ένδειξη ότι δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε, αλλά ένας από τους τρόπους με τους οποίους συνεχίζουμε να ανακαλύπτουμε ποιοι γινόμαστε.