«Να του πω ότι με ενόχλησε αυτό που έγινε χθες; Μπα, θα αρχίσει πάλι να μου εξηγεί ότι υπερβάλλω. Και στο τέλος θα καταλήξουμε να μαλώνουμε για κάτι άλλο. Καλύτερα να μην πω τίποτα».
Η συζήτηση έχει ήδη πραγματοποιηθεί, μόνο που ο άλλος δεν ήταν εκεί.
Έχουμε φανταστεί τι θα πούμε, τι θα απαντήσει, πώς θα αντιδράσουμε και πού θα καταλήξει όλο αυτό. Μπορεί μάλιστα να έχουμε θυμώσει, να έχουμε απογοητευτεί ή να αισθανόμαστε ακόμη πιο μόνοι, χωρίς να έχει ανταλλαχθεί ούτε μία κουβέντα.
Στις συντροφικές σχέσεις γνωρίζουμε σταδιακά τις συνήθειες και τις αντιδράσεις του ανθρώπου που έχουμε δίπλα μας. Θυμόμαστε πώς αντιμετώπισε προηγούμενες διαφωνίες, ποια θέματα τον δυσκολεύουν και πότε είναι περισσότερο διαθέσιμος να συζητήσει.
Αυτή η γνώση είναι πολύτιμη. Μας βοηθά να συνεννοούμαστε καλύτερα και να καταλαβαίνουμε τον άλλον ακόμη και χωρίς πολλές εξηγήσεις.
Υπάρχουν όμως φορές που η εξοικείωση μετατρέπεται σε βεβαιότητα. Πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε ήδη τι σκέφτεται ο σύντροφός μας, τι πρόκειται να πει και πώς θα αισθανθεί, πριν του δώσουμε την ευκαιρία να εκφραστεί.
Έτσι, μπορεί να αποφεύγουμε μια συζήτηση επειδή περιμένουμε ότι θα εξελιχθεί άσχημα. Ή να κρατάμε μέσα μας μια επιθυμία, θεωρώντας δεδομένο ότι ο άλλος δεν θα την καταλάβει.
Με τον καιρό, αυτές οι ανείπωτες σκέψεις μπορεί να δημιουργήσουν μια παράξενη απόσταση. Ο ένας αισθάνεται ότι δεν εισακούεται, ενώ ο άλλος ενδέχεται να μη γνωρίζει καν ότι υπάρχει κάτι που χρειάζεται να ακούσει.
Βέβαια, οι προσδοκίες μας δεν δημιουργούνται πάντα από το πουθενά. Αν ένας άνθρωπος έχει αντιμετωπίσει επανειλημμένα ειρωνεία, απόρριψη ή έντονο θυμό κάθε φορά που προσπαθεί να μιλήσει, είναι κατανοητό να διστάζει να εκτεθεί ξανά. Σε μια σχέση όπου υπάρχει φόβος ή εκφοβισμός, η επιφυλακτικότητα μπορεί να αποτελεί τρόπο προστασίας.
Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, οι προβλέψεις μας βασίζονται σε παλιότερες εμπειρίες που ίσως δεν περιγράφουν πλέον με ακρίβεια το παρόν.
Ο σύντροφός μας μπορεί να έχει αλλάξει. Εμείς μπορεί να μπορούμε να εκφραστούμε διαφορετικά. Ακόμη και μια συζήτηση που κάποτε κατέληγε σε σύγκρουση, ενδέχεται σήμερα να εξελιχθεί με άλλον τρόπο.
Αυτό δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε αν παραμένουμε αποκλειστικά στις υποθέσεις μας.
Έχει ενδιαφέρον, λοιπόν, να παρατηρούμε πότε μιλάμε πραγματικά με τον άνθρωπό μας και πότε απλώς συνομιλούμε με την εικόνα που έχουμε σχηματίσει γι’ αυτόν.
Μπορεί να βοηθήσει μια απλή, προσωπική διατύπωση: «Υπάρχει κάτι που θέλω να συζητήσουμε, αλλά διστάζω γιατί φοβάμαι ότι θα καταλήξουμε να διαφωνούμε».
Μια τέτοια φράση επιτρέπει στον άλλον να γνωρίσει και το θέμα που μας απασχολεί και τη δυσκολία μας να το ανοίξουμε.
Φυσικά, καμία συζήτηση δεν εγγυάται ότι θα συμφωνήσουμε ή ότι θα αισθανθούμε αμέσως καλύτερα. Μπορεί να προκύψουν διαφωνίες, αμηχανία ή ακόμη και απογοήτευση.
Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε μια πραγματική συζήτηση που αποδείχθηκε δύσκολη και σε μια συζήτηση που δεν έγινε ποτέ, επειδή είχαμε ήδη αποφασίσει πώς θα τελειώσει.
Οι άνθρωποι που αγαπάμε μπορεί να μας είναι πολύ γνώριμοι, αλλά δεν παύουν να έχουν έναν εσωτερικό κόσμο που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ολοκληρωτικά.
Και κάποιες φορές, μια κουβέντα που τολμάμε επιτέλους να κάνουμε μπορεί να μας αποκαλύψει ότι ο άλλος έχει κάτι διαφορετικό να πει από αυτό που περιμέναμε.


ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου του παρόντος web site με οποιονδήποτε τρόπο, ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη.
Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.
Λογότυπα, επωνυμίες, εμπορικά σήματα και γνωρίσματα ανήκουν στους νόμιμους ιδιοκτήτες. 

