Το παιδί μας δεν είναι η δεύτερη ευκαιρία της δικής μας ζωής

0
32

Πριν ακόμη γνωρίσουμε πραγματικά τα παιδιά μας, έχουμε ήδη αρχίσει να τα φανταζόμαστε. Σκεφτόμαστε πώς θα είναι, τι χαρακτήρα θα έχουν, τι σχέση θα δημιουργήσουμε μαζί τους. Αργότερα μπορεί να κάνουμε όνειρα για το μέλλον τους, να ελπίζουμε ότι θα σπουδάσουν, θα βρουν ανθρώπους που θα τα αγαπήσουν, θα κάνουν μια δουλειά που θα τους αρέσει και θα αποφύγουν, όσο γίνεται, λάθη που κάποτε κάναμε εμείς.

Όλα αυτά είναι ανθρώπινα. Είναι δύσκολο να αγαπάς ένα παιδί και να μην κάνεις όνειρα γι’ αυτό. Το θέμα είναι τι συμβαίνει όταν, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, μέσα σε αυτά τα όνειρα αρχίζουν να μπαίνουν και κομμάτια της δικής μας ζωής…

Ο πατέρας που κάποτε ήθελε να γίνει αθλητής και δεν τα κατάφερε μπορεί να ενθουσιαστεί λίγο περισσότερο όταν βλέπει το παιδί του να έχει ταλέντο σε ένα άθλημα. Η μητέρα που στερήθηκε ευκαιρίες για σπουδές μπορεί να θεωρεί σχεδόν αυτονόητο ότι το δικό της παιδί πρέπει να φτάσει όσο πιο ψηλά γίνεται ακαδημαϊκά. Ένας γονιός που έζησε για χρόνια με οικονομική ανασφάλεια μπορεί να δυσκολευτεί πολύ να αποδεχτεί ότι το παιδί του επιλέγει ένα επάγγελμα που αγαπά, αλλά δεν του υπόσχεται την ασφάλεια που ο ίδιος θεωρεί απαραίτητη.

Συνήθως πίσω από όλα αυτά υπάρχει αγάπη και μια ειλικρινής επιθυμία να έχει το παιδί μια καλή ζωή. Μόνο που η δική μας εκδοχή για την καλή ζωή δεν είναι υποχρεωτικά και η δική του!

Εδώ ίσως βρίσκεται μία από τις πιο λεπτές δυσκολίες της γονεϊκότητας: χρειάζεται να μεγαλώσουμε έναν άνθρωπο που προέρχεται από εμάς, χωρίς να θεωρήσουμε ότι μας ανήκει. Να του μεταδώσουμε αξίες, να του προσφέρουμε εμπειρίες, να το καθοδηγήσουμε όσο μας χρειάζεται και συγχρόνως να αφήνουμε αρκετό χώρο για να εμφανιστεί μπροστά μας ο άνθρωπος που είναι εκείνο.

Γιατί τα παιδιά έρχονται συχνά να μας ξαφνιάσουν. Μπορεί να έχουν διαφορετικό χαρακτήρα από αυτόν που περιμέναμε, άλλα ενδιαφέροντα, άλλες ικανότητες. Ένα εξωστρεφές ζευγάρι μπορεί να αποκτήσει ένα παιδί που αγαπά τη μοναχικότητα, ένας γονιός που έζησε μέσα στον αθλητισμό να έχει ένα παιδί που προτιμά τη μουσική και κάποιος που έδωσε τεράστια σημασία στις σπουδές να βλέπει τον έφηβό του να ονειρεύεται μια εντελώς διαφορετική διαδρομή.

Σε αυτές τις στιγμές αξίζει να παρατηρούμε λίγο και τη δική μας αντίδραση.                                                                  Τι ακριβώς μας ανησυχεί; Φοβόμαστε πράγματι για το παιδί ή δυσκολευόμαστε να αποχωριστούμε την εικόνα που είχαμε δημιουργήσει για εκείνο;

Μερικές φορές η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη, επειδή οι προσδοκίες των γονιών σπάνια εκφράζονται τόσο καθαρά ώστε να μπορούμε να τις αναγνωρίσουμε. Δεν χρειάζεται να πούμε «θέλω να γίνεις αυτό που δεν κατάφερα να γίνω εγώ». Μπορεί να φαίνεται στον ενθουσιασμό μας όταν το παιδί κινείται προς μια κατεύθυνση που εγκρίνουμε και στην απογοήτευσή μας όταν επιλέγει κάτι διαφορετικό. Στις συγκρίσεις, στις συμβουλές που επαναλαμβάνονται λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται ή ακόμη και σε εκείνο το βλέμμα που το παιδί μαθαίνει πολύ γρήγορα να διαβάζει.

Από την άλλη και τα παιδιά είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στις προσδοκίες των γονιών τους. Θέλουν να μας κάνουν περήφανους, θέλουν να βλέπουν τη χαρά στο πρόσωπό μας και, ειδικά στις μικρότερες ηλικίες, η αποδοχή μας αποτελεί ένα πολύ σημαντικό μέρος του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους.  Έτσι μπορεί να αρχίσουν να προσαρμόζονται σε αυτό που αισθάνονται ότι περιμένουμε από εκείνα, ακόμη κι όταν κανείς δεν τους το ζήτησε ανοιχτά. Το δύσκολο όμως για αυτά έρχεται αργότερα, όταν χρειάζεται να ξεχωρίσουν τι από όλα αυτά ήταν πραγματικά δικό τους…

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς οφείλουμε να στεκόμαστε αμέτοχοι απέναντι στις επιλογές των παιδιών μας. Έχουμε περισσότερη εμπειρία, βλέπουμε κινδύνους που εκείνα μπορεί να μην αντιλαμβάνονται ακόμη και οφείλουμε, ανάλογα με την ηλικία τους, να βάζουμε όρια και να τα βοηθάμε να σκέφτονται τις συνέπειες των αποφάσεών τους. Η καθοδήγηση αποτελεί μέρος του γονεϊκού ρόλου.

Η καθοδήγηση, όμως, αποκτά άλλη ποιότητα όταν συνοδεύεται από πραγματική περιέργεια:

  • Να θέλουμε να μάθουμε τι αρέσει στο παιδί μας, ακόμη κι αν εμάς μας αφήνει αδιάφορους.
  • Να προσπαθούμε να καταλάβουμε γιατί κάτι είναι σημαντικό γι’ αυτό πριν του εξηγήσουμε γιατί εμείς θα επιλέγαμε διαφορετικά.
  • Να παρατηρούμε τις ικανότητές του χωρίς να αποφασίζουμε αμέσως πού πρέπει να τις χρησιμοποιήσει.

Με άλλα λόγια, να γνωρίζουμε το παιδί που έχουμε και όχι μόνο το παιδί που κάποτε φανταστήκαμε.

Και καθώς μεγαλώνει, αυτή η διαδικασία γίνεται όλο και πιο απαιτητική. Κάθε βήμα προς την αυτονομία του μάς ζητά να παραχωρήσουμε λίγο ακόμη από τον έλεγχο που είχαμε όταν ήταν μικρό. Κάποιες επιλογές του θα μας κάνουν περήφανους, άλλες μπορεί να μας απογοητεύσουν και με ορισμένες θα διαφωνήσουμε πραγματικά. Ίσως εκεί χρειάζεται να θυμόμαστε ότι η ζωή του παιδιού μας δεν είναι μια διορθωμένη εκδοχή της δικής μας.

Δεν ήρθε για να πραγματοποιήσει όσα αφήσαμε στη μέση, να αποφύγει όλα τα δικά μας λάθη ή να επιβεβαιώσει ότι ο τρόπος που εμείς βλέπουμε τη ζωή είναι ο σωστός. Έχει μπροστά του τη δική του διαδρομή και, όπως συνέβη κάποτε και με εμάς, ένα μέρος της θα το ανακαλύψει μόνο δοκιμάζοντας. Εμείς πρέπει να κατανοήσουμε ότι ο ρόλος μας μπορεί να είναι σπουδαίος, αλλά αλλάζει όσο περνούν τα χρόνια. Από το να κρατάμε το χέρι του παιδιού και να επιλέγουμε σχεδόν τα πάντα γι’ αυτό, φτάνουμε σταδιακά στο σημείο να περπατά δίπλα μας και κάποτε λίγο πιο μακριά από εμάς.

Τότε ίσως η μεγαλύτερη χαρά δεν είναι να το δούμε να γίνεται αυτό που ονειρευτήκαμε. Είναι να αναγνωρίσουμε μπροστά μας έναν άνθρωπο που κατάφερε να ανακαλύψει τι θέλει ο ίδιος από τη ζωή του και εξακολουθεί να ξέρει ότι μπορεί να επιστρέφει σε εμάς, χωρίς να χρειάζεται να γίνει κάποιος άλλος για να έχει τη θέση του κοντά μας.

Γράφει ο Ψυχολόγος-Οικογενειακός Σύμβουλος Γιάννης Ξηντάρας