Το χωριάτικο σαπούνι και η ¨πάστρα¨ του σπιτιού

0
92

Το χωριάτικο σαπούνι και η ¨πάστρα¨ του σπιτιού

Ο άντρας μέρα νύχτα στο λιτρουβιό καταλαδωμένος ή λασπωμένος από το χωράφι, δεν μπαίνει στο σπίτι αν δεν βγάλει τα ρούχα του στο κατώι εκεί που είναι τα ζωντανά. Τα παιδιά όλη μέρα μές τη σκόνη και τους χωμάτινους δρόμους ή στο προαύλιο του σχολείου πρωί-απόγιομα. Όλα πρέπει να ξεβρωμίσουν με σαπούνι κι αλυσίβα, ρούχα και παιδιά.

Για να φτιάξουν σαπούνι για το πλύσιμο των ρούχων αλλά και να πλύνουν τα παιδιά στη σκάφη έφτιαχναν σε κάθε φαμελιά το σαπούνι του σπιτιού, μιάς και δεν υπήρχε αυτό το προϊόν ή αν υπήρχε, ήταν για τους πλούσιους. Οι φτωχότεροι, οι περισσότεροι δηλαδή έφτιαχναν σαπούνι μόνοι τους. Μάζευαν τη μούργα από τον πάτο της καπάσας ή της πήλας , τα κατακάθια δηλαδή από το λάδι σαν βασικό υλικό και με κατάλληλες επεξεργασίες έφτιαχναν σαπούνι. Για να γίνει το σαπούνι χρησιμοποιούσαν απαραίτητα ποτάσα που έφτιαχναν μόνες τους οι νοικοκυρές, δηλαδή μια μίξη νερού της βροχής και στάχτη καθαρή και κοσκινισμένη που την έβραζαν. Κοσκίνιζαν τη στάχτη να μην έχει πετρούλες ή καρβουνάκια, την ανακάτευαν μέσα σε ζεστό νερό της βροχής , την σούρωναν και ήταν ένα καθημερινό καθαριστικό.

Για να φτιάξουν σαπούνι, βοηθούσε η μια γειτόνισσα την άλλη , στήριζαν τα κατάμαυρα καζάνια πάνω σε ίσες πέτρες και έφτιαχνε η κάθε μία την δική της δόση με την ίδια συνήθως συνταγή. Η δόση για μια βρασά σαπούνι ήθελε δώδεκα πίντες νερό και δώδεκα μούργα λαδιού, ( η μία πίντα ήταν δύο οκάδες, περίπου 2,6 κιλά). Όλα τα μπακάλικα εκείνη την εποχή είχαν τα χρειαζούμενα, δηλαδή σπίρτο και χοντρό αλάτι, ζυγισμένα στο δράμι για να μη γίνει κανένα λάθος και δεν πήξει το σαπούνι. Για κάθε πίντα μούργα βάνανε μια οκά, δηλαδή 312 δράμια σπίρτο σύν 70 δράμια αλάτι χοντρό. Πρωτομάστορας ήταν πάντα η πιο έμπειρη γριά που παρακολουθούσε καθιστή, ρώταγε για τη βράση και την ενημέρωναν για την εξέλιξη.  Ορμήνευε δηλαδή τις νεότερες για να μαθαίνουν κιόλας, οι ίδιες μετρούσαν τα υλικά, ενώ οι νεότερες φρόντιζαν τη φωτιά, ανακάτευαν το καζάνι με μια μεγάλη αλουμινένια ή σιδερένια τρυπητή κουτάλα, την κεψέ που δεν έκανε για άλλη δουλειά παρά μόνο για ν ανακατεύουν μια φορά το χρόνο το μίγμα για σαπούνι. Το κάθε υλικό έπρεπε να λιώνει σε άλλο μικρότερο δοχείο για να μην φτάνει άλιωτο στον πάτο του καζανιού και σιγά σιγά το τρυπήσει. Για να δούν αν πήγαινε σωστά η δουλειά έκαναν και τέστ με ένα ξυλάκι που το βύθιζαν στο σαπούνι, οπότε αν χρειαζόταν πρόσθεταν και άλλη μούργα και το διόρθωναν. Εκεί ήταν η μαστοριά!

Για να μην ερεθίζει το σαπούνι πολύ στα μάτια, έριχναν λιγότερο σπίρτο, το σαπούνι ήταν πιο απαλό αλλά έλιωνε πιο εύκολα. Αυτό ήταν καλό για τα παιδιά όταν τα λούζανε . Το θυμάμαι σαν εφιάλτης να μπαίνει στα μάτια και να τσούζουν για κάνα μισάωρο όσο κλειστά κι αν τα είχα. Το σαπούνι από μούργα και λίγο λάδι  δεν άφριζε πολύ, ήταν όμως περιζήτητο κι ας ήταν από μούργες.

Μετά έπαιρναν με την πίντα  προσεκτικά για να μη ζεματιστούν  το ρευστό υλικό , το έβαζαν σε μια τετράγωνη ξύλινη ιδιοκατασκευή σαν μικρή πινακωτή , το χαράκωναν σε κομμάτια και το άφηναν να ξεραθεί. Το έφτυναν μάλιστα να μην το ματιάσουν, το δοκίμαζαν ξανά με το ξυλάκι και όταν γινόταν η επιφάνειά του σαν λέπι ψαριού και δεν είχε φουσκάλες , το σαπούνι είχε πετύχει! Όλη αυτή η διαδικασία για να γίνει το σαπούνι ,μπορεί να κρατούσε και ολόκληρη μέρα.

Το σαπούνι ήθελε κοντά ένα μήνα να γίνει,  τότε σκλήραινε και ήταν έτοιμο.

Αυτό ήταν το σαπούνι του σπιτιού που καθάριζε τα πάντα, ήταν αγνό και μοσχοβόλαε πάστρα. Εξ άλλου όπως έλεγαν ¨η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά¨. Παστρικές έλεγαν τις καθαρές γυναίκες αν και ειρωνικά  ήταν και προσδιορισμός για το αντίθετο.. Μερικές φορές αν έριχναν μέσα δεντρολίβανο , μόσχο ή λεβάντα του έδιναν και την ανάλογη μυρωδιά. Με χλιαρό νερό και σπιτικό σαπούνι έκαναν μασάζ στα στραμπουλιγμένα χέρια ή πόδια ή στο νευροκαβαλίκεμα. Με σπιτικό σαπούνι πλένανε τα μωρά και τους κατάκοιτους γιατί ήταν το μόνο σαπούνι που δεν ήθελε ξέβγαλμα και δεν ερέθιζε την ευαίσθητη επιδερμίδα.

Με μια πλάκα σαπούνι που αν έπεφτε στα δάχτυλα απ τα πόδια σου, σε τσάκιζε, πλένανε οπωσδήποτε το Σάββατο τα παιδιά στη σκάφη ρίχνοντας το  ζεστό νερό με το καρτεζίνι. Έπρεπε να πάνε καθαρά την Κυριακή στην εκκλησία , να μεταλάβουνε. Στο λούσιμο βάνανε δυό φορές σαπούνι αφού από τις σκόνες που είχαν τα μαλλιά άφριζε στη δεύτερη φορά αν και το νερό ήταν βρόχινο, καθάριζε καλύτερα και τα μαλλιά  τρίζανε από την καθαριότητα! Χωριάτικο χειροποίητο σαπούνι χύμα, πουλάγανε στα παλιά μπακάλικα αλλά σε λίγο εξαφανίστηκαν από τα αρωματικά βιομηχανικά σαπούνια που δεν είναι πάντα αγνά σαπούνια.

Με αυτό το σαπούνι κάνανε και τις περίφημες μπουγάδες όπου στις ξύλινες σκάφες έπλεναν τα ρούχα αφού τα έτριβαν με τα χέρια τους στη ραβδωτή σανίδα που την στερέωναν στην μια άκρη της σκάφης.  Μετά ακολουθούσε η μεγάλη δέμπλα, η απλώστρα με σκοινιά από παραθύρι σε παραθύρι με τα μπουγενάρια και τα μανίκια να κουνιούνται συμμετρικά σαν εκκρεμές στο πρώτο αεράκι που βοηθούσε, εκτός από τον ήλιο, στο να στεγνώσουν γρήγορα .

Παναγιώτης Σκληρός/26

Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο