Το πανηγύρι

0
190

 

 

 

Χάρτινη προσευχή στην άκρη του γκρεμού,

μέρα καλοκαιριού π’ ανθίζει το λιοπύρι·

φυτρώνει γύρω μας το γέλιο του Θεού,

νωρίς τ’ απόβραδ’  αρχινάει το πανηγύρι.



πετά ζεστή η χαρά σε γαλανά πελάγη,

σε καρποφόρα πάει και λιγώνει περιβόλια·

φέγγουν τ’ αστέρια τ’ ουρανού τα σκότη,

παράξενα της μοίρας πλέκουνε βραχιόλια.



χορεύει κάθε σόι χωριστά, με την αράδα,

μπράτσα, μεριά, τα χέρια δίνει, σφίγγει·

από το βράχο ξεχειλίζει το τραγούδι,

του πρωτοχορευτή τριζοβολάει το μελίγγι.



κατοχρονίτισσα βαβά οπούχει αγγόνι,

τον χάροντα να φάει, χυμά η ψυχή της·

τον κλαριντζή σκώνεται και χρυσώνει,

’κδίκηση παίρνει για την άχαρη ζωή της.

     

σκιρτά η καρδιά,-σώματα λυτρωμένα-

ανάλαφρο αέρα τρέχει να μυρίσει·

νιοι και κορίτσια στροβιλίζοντ’ ανθισμένα,

στο χοροστάσι ξαγρυπνάει το κυπαρίσσι.



Ο ίσκιος του βουνού το μάτ’ ανοίγει,

μόλις χαθεί του φεγγαριού το τάσι· 

βγαίνουνε μύριες μυστικές δυνάμεις,

της μοναξιάς να συνεχίσουν το γιορτάσι.

Λ.Κ  20-8-17