Η ΠΥΞΙΔΑ

0
579

compass_directionΜια παροιμία λέει: «Άμα δεν ξέρεις που θες να πας, τι να την κάνεις την πυξίδα». Σοφή παροιμία και σοφός και ο λαός που την γέννησε.  Γιατί η πυξίδα, όπως και το τιμόνι είναι σαφώς αναγκαία και αναντικατάστατα μέσα για να χαράξεις πορεία και να την διατηρήσεις έτσι ώστε να φτάσεις στον προορισμό σου. Φυσικά χρειάζονται το μυαλό, η λογική, η πείρα του καπετάνιου που θα ολοκληρώσουν το ταξίδι από τον σχεδιασμό του μέχρι την αποβίβαση στην ποθούμενη στεριά. Και αν φυσικά απαιτείται να υπάρχει και το κατάλληλο πλήρωμα, που θα βρίσκεται στο πλάι του καπετάνιου και θα τον βοηθά, υποστηρίζει και θα ακολουθεί τις οδηγίες του. Ταυτόχρονα το καράβι θα πρέπει να είναι σε καλή κατάσταση, να μην μπάζει νερά, η μηχανή να δουλεύει ρολόι και τα πανιά να είναι γερά και δυνατά.

Και όλα αυτά στην ιδανική περίπτωση να είναι καλό το ταξίδι, με ήρεμα και γαλήνια νερά και τον αέρα πρίμα. Γιατί στην αντίθετη περίπτωση θα πρέπει όλοι όσοι επιβαίνουν σε αυτό, με αρχηγό τον καπετάνιο και ύστερα το πλήρωμα, θα πρέπει να ξέρουν τι πρέπει να κάνουν σε περίπτωση τρικυμίας, θα πρέπει έγκαιρα να διαβάσουν τα στοιχεία του καιρού, να δουν τα σύννεφα, να «μυρίσουν» τον αέρα που αλλάζει, να δουν το χρώμα της θάλασσας να σκουραίνει. Θα πρέπει να ξέρουν πώς να διαβάζουν τα όργανα, να ελέγχουν τις προβλέψεις του καιρού, να προνοούν, να ξέρουν πώς να στρίψουν το πλοίο, πότε να επιταχύνουν ή να κόβουν ταχύτητα.  Και πάνω από όλα θα πρέπει να ξέρουν πώς να κάνουν τον ταξιδιώτη να μην φοβάται, να μην πανικοβάλλεται, να τον καθησυχάσουν χωρίς όμως να τον πλανεύουν ή να τον καλοπιάνουν με φρούδες ελπίδες αλλά να τον ενημερώνουν για να ξέρει τι τον περιμένει και φυσικά να του μεταφέρουν την βεβαιότητα ότι σύντομα θα κοπάσει όλο αυτό και το λιμάνι θα φανεί.

Αν δούμε το ταξίδι από την αφετηρία έως τον ποθούμενο προορισμό κάτω από μια ευρύτερη έννοια μπορούμε να εντάξουμε σε αυτήν και την ζωή μας όλη και ας μην το επεκτείνουμε τόσο πολύ αλλά ας το βάλουμε σε ένα μικρότερο πλαίσιο, ένα μικρότερο διάστημα της ζωής μας.

Ας υποθέσουμε ότι πριν από 6 περίπου χρόνια (επίσημα, γιατί ανεπίσημα πιστεύω ότι ξεκίνησε πολύ πιο νωρίς) ξεκινήσαμε σαν λαός ένα ταξίδι. Και δυστυχώς το ταξίδι μας δεν άρχισε ρομαντικά, με σχέδια και με όνειρα αλλά με την βία ένα ωραίο πρωινό, και χωρίς να μας αφήσουμε να πάρουμε μαζί μας τα πράγματά μας, με το ζόρι μας επιβίβασαν σε ένα σαπιοκάραβο, χωρίς να μας πουν που πάμε και πότε θα φτάσουμε. Και δυστυχώς μας οδήγησαν άνθρωποι χωρίς γνώσεις, χωρίς όραμα, χωρίς σθένος, χωρίς τόλμη.

Και δεν εννοώ τους τωρινούς καπεταναίους αλλά εννοώ όλους τους καπεταναίους των τελευταίων 6 ετών αλλά και τους προηγούμενους οι οποίοι, όσοι ζουν ακόμη, έχουν λουφάξει στα ορεινά της Βουλής ή στα οικιακά τους κρησφύγετα. Εκτός όμως από αυτούς υπάρχουν και ναυτικοί, το πλήρωμα που πλαισίωνε τους καπεταναίους και που συνήθως συνεργαζόντουσαν με κάθε καπετάνιο που άλλαζε, που επιχειρούσαν  και έκοβαν από εδώ, έραβαν από εκεί και θησαύριζαν.

Προορισμός δεν καθορίσθηκε, πορεία δεν χαράχθηκε, κανείς δεν είδε τις ανακοινώσεις του καιρού, κανείς δεν ήξερε να διαβάσει τα σημάδια της θάλασσας, τα σχήματα των σύννεφων, κανείς δεν κοίταξε την μηχανή, κανείς δεν έλεγξε τα πανιά, κανείς δεν διάβασε την πυξίδα όχι μόνο γιατί δεν ήξερε πως αλλά δεν ήξεραν και που την είχαν βάλει. Κανείς δεν φρόντισε να πάρει αρκετό νερό και τρόφιμα για τον ταξιδιώτη. Το μόνο που έκαναν ήταν  με ψέματα, ανακρίβειες, πλάνες και μυθεύματα να τον καθησυχάζουν, να τον διαβεβαιώνουν ότι όλα θα πάνε καλά και φυσικά όταν όλα αμέσως φάνηκαν ότι δεν πάνε καλά άρχισαν να του λένε ότι δεν φταίνε αυτοί αλλά οι προηγούμενοι καπεταναίοι. Και όλοι ήξεραν τι έπρεπε να γίνει αρκεί ο ταξιδιώτης να τους εμπιστευτεί.

Μια φορά, ΜΙΑ ΦΟΡΑ, ζήτησαν την γνώμη του ταξιδιώτη και όταν τους την είπε εκείνοι έκαναν το αντίθετο και μετά προσπάθησαν να τον πείσουν ότι δεν άκουσε καλά. Και φτάσαμε στο σημείο το πλοίο να είναι ακυβέρνητο, τα κύματα να είναι θεόρατα, η μηχανή να έχει σβήσει, τα πανιά να έχουν σκιστεί, καπεταναίοι να διεκδικούν τραβώντας το τιμόνι, μερικοί τρελοί ναύτες να τραγουδούν για λιακάδες και εξωτικά νησιά και ταξιδιώτης να είναι μόνος στην άκρη, φοβισμένος και νηστικός.

Και μάταια αναζητάμε τον θαρραλέο ναυτικό που θα ορμήσει μπροστά, θα γραπώσει τα κομμένα σκοινιά και θα χαράξει πορεία.

Και έχω να πω το εξής: Δεν αφήνετε τις βλακείες, τους ψευτοκαβγάδες και τις ταχαμουταχαμου αντιπαραθέσεις και ενωθείτε για το καλό του ταξιδιώτη ? Δεν αφήνετε τους μεγάλους λόγους, τα τρελά σχέδια και τα πλάνα λόγια και βάλτε κάτω ότι ξέρει κανείς και καθορίστε προορισμό, κοντινό και όχι για μετά από 30 χρόνια? Δεν σταματάτε να λέτε ψέματα, πλάνες και μυθεύματα και πείτε για ΜΙΑ ΦΟΡΑ την αλήθεια?

Δεν σταματάτε να προσπαθείτε να σώσετε τον ταξιδιώτη αλλά σώστε τον?

Και για να σταματήσει εδώ η αλληγορία και ο παραλληλισμός των παραπάνω  με την σκληρή πραγματικότητα που ζούμε, έχω να πω το εξής: ανεχθήκαμε πολλά, υπομείναμε πολλά, σε πολλά κάναμε ότι δεν βλέπουμε ούτε ότι ακούμε αλλά αυτό το τελευταίο πάει πολύ: τι κάνατε μωροί με τις συντάξεις και το ΕΚΑΣ του κόσμου?

Επίσης κάτι πολύ μέσα από την τρελή πραγματικότητα που ζούμε: γιατί όλοι πάνε στην Κίνα? Δεν έχει αλλού επενδυτές?  Μας λέτε κατάμουτρα πλέον (και οι τωρινοί αλλά και οι προηγούμενοι) ότι δεν καταλαβαίνουμε?

Κλείνοντας θα δανειστώ τον τίτλο από άρθρο του Νίκου Μπογιόπουλου: «Πως λέγεται η ξεφτίλα στα κινέζικα?»